Η γλώσσα του Ερωτόκριτου

Η γλώσσα του Ερωτόκριτου παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία μας: είναι η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε μεσαιωνικός και ο νεότερος Ελληνισμός,μια γλώσσα που ξεπερνά με άνεση τις συνηθισμένες λαογραφικές εκδηλώσεις και εκφράζει με σταθερό χαρακτήρα,την ευαισθησία του κόσμου που τη μιλούσε.Αυτό το φαινόμενο πρέπει να το συνδέσουμε μ” ένα άλλο γνώρισμα της, που δεν ξαναείδαμε από τα χρονικά του Διονύσου του Αλικαρνασσέα και του Φρύνιχου,και είναι πρόβλημα πότε θα το ξαναϊδούμε: η γλώσσα αυτή μοιάζει να βγαίνει από μια κοινωνία που δε μαστίζεται από την πολυγλωσσία.Ο Ξανθουδίδης παρατηρεί ότι ο ποιητής του Ερωτόκριτου με τέτοια συνέπεια μεταχειρίζεται τη γλώσσα του,που θα λέγε κανείς πως είναι ο αρχηγός μιας σχολής δημοτικιστών, που θέλει να δώσει ένα γλωσσικό υπόδειγμα στους μαθητές του.Αυτή την εντύπωση τη δίνει ο Ψυχάρης.Και στις στιγμές ακόμη της μεγαλύτερης τρυφερότητας,θαρρείς πως δείχνει με το δάχτυλο για να υπογραμμίσει:<< Αυτό έτσι πρέπει να το λέμε,εσείς δεν το λέτε σωστά!>> Στον ποιητή του Ερωτόκριτου δεν υπάρχει κανένα σημάδι αυτής της συμπεριφοράς. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο.Δίνει την εντύπωση ότι τον σηκώνει η γλώσσα και τον οδηγεί,όπως ένας κολυμπητής που κολυμπά σ” ένα ποτάμι σύμφωνα με το ρέμα.Δεν παλεύει με τη γλώσσα,όπως όλοι μας παλεύουμε από τα χρόνια του Σολωμού.Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι η φωνή του είναι η σωστή καιδεν ξεχωρίζει από τη φωνή των άλλων.Και η εντέλεια αυτής της γλώσσας φανερώνεται ακόμη πιο καθαρά με τον δεκαπεντασύλλαβο, που είναι ο στίχος που πλησίασε πιο κοντά από κάθε άλλο ρυθμό το βαθύτερο κυμάτισμα της λαλιάς μας.Ο ποιητικός λόγος μάς επιτρέπει να παρατηρούμε τη γλωσσική έκφραση σε βάθος.Δεν δείχνει μόνο το λουλούδι,δείχνει το λουλούδι μαζί με τις ρίζες.Γιατί δεν είναι απλά ένας φραστικός,είναι συνάμα και ένας κι ένας ψυχικός και σωματικός τρόπος,που μας φέρνει σύρριζα κοντά στον εαυτό μας.

Ο Ερωτόκριτος είναι ένα κλασικό έργο της νέας ελληνικής φιλολογίας. Ο Κορνάρος , φύση λυρική και αφηγηματική και όχι δραματική , μας χάρισε το ωραιότερο λυρικό αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε στη γλώσσα μας. Η αφηγηματική του άνεση συμβαδίζει με μία απόλυτη γλωσσική και εκφραστική σιγουριά. Αποφεύγει συστηματικά τα «λόγια» στοιχεία και πολλές ξένες που ήταν σε χρήση στον προφορικό λόγο. Όμως η γλώσσα του δεν συμπίπτει απόλυτα με τη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού. Εκτός από τη γλώσσα και ο δεκαπεντασύλλαβος του Κορνάρου μόνο φαινομενικά συμπίπτει με το δημοτικό μας στίχο. Η μεγάλη συχνότητα των συνιζήσεων , που υπάρχουν στο ποίημα του Κορνάρου και που χαρακτηρίζουν την έντεχνη ποίηση , αποτελούν και τη βασική διαφορά τους.

Ο Ερωτόκριτος επηρέασε ορισμένα κρητικά έργα που γράφτηκαν στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Το ποίημα γνώρισε καταπληκτική διάδοση από τον 18ο κυρίως αιώνα και μετά. Ο Ερωτόκριτος και Αρετούσα ως ονόματα πέρασαν γρήγορα στην περιοχή της λαϊκής φαντασίας και του μύθου. Για το έργο διατυπώθηκαν δυσμενείς κρίσεις , κυρίως από λόγιους του φαναριώτικου κύκλου, αλλά και ενθουσιώδης. Στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία επέδρασε στη γλώσσα και κυρίως στον στίχο (λ.χ. στο έργο του Σολωμού , του Ρίτσου και του Πρεβελάκη) .

Επιπλέον πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι μέσα από το ποίημα του Κορνάρου η ελληνική κοινωνία μετέβηκε από τον Μεσαίωνα στηνΑναγέννηση . Φυσικά αυτό οφείλεται στο γεγονός οτι μέχρι εκείνη την εποχή οι κόρες πλουσίων βασιλιάδων συνήθιζαν να παντρεύονται ένα πλούσιο βασιλόπουλο. Αλλά σε αυτή την περίπτωση γίνεται η μεγάλη διαφορά καθώς η Αρετούσα κόρη του βασιλιά Ηράκλη της Αθήνας παντρεύεται τον Ερωτόκριτο , ένα νέο από κατώτερη κοινωνική τάξη αφού ο πατέρας του ήταν σύμβουλος του βασιλιά. Ακόμα μέσα από αυτό το ποίημα παρουσιάζεται και συναισθηματική ενηλικίωση . Όπως ήδη γνωρίζουμε η Αρετούσα ήταν 13-14 χρονών όταν άρχιζε να ερωτεύεται τον Ερωτόκριτο. Άρα συμπεραίνουμε οτι παρόλο που είναι ένα αν
ήλικο κορίτσι ( ηλικιακά) στην πραγματικότητα είναι μία κοπέλα με μεγάλη ψυχική ωριμότητα.

Θεωρούμενο ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ανήκει στην κατηγορία των επικών ποιημάτων, γράφτηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο και αποτελείται από 10 χιλιάδες στίχους, σε πέντε μέρη. Το όνομά του το έχει πάρει απ
Η γλώσσα του Ερωτόκριτου παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία μας: είναι η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε μεσαιωνικός και ο νεότερος Ελληνισμός,μια γλώσσα που ξεπερνά με άνεση τις συνηθισμένες λαογραφικές εκδηλώσεις και εκφράζει με σταθερό χαρακτήρα,την ευαισθησία του κόσμου που τη μιλούσε.Αυτό το φαινόμενο πρέπει να το συνδέσουμε μ” ένα άλλο γνώρισμα της, που δεν ξαναείδαμε από τα χρονικά του Διονύσου του Αλικαρνασσέα και του Φρύνιχου,και είναι πρόβλημα πότε θα το ξαναϊδούμε: η γλώσσα αυτή μοιάζει να βγαίνει από μια κοινωνία που δε μαστίζεται από την πολυγλωσσία.Ο Ξανθουδίδης παρατηρεί ότι ο ποιητής του Ερωτόκριτου με τέτοια συνέπεια μεταχειρίζεται τη γλώσσα του,που θα λέγε κανείς πως είναι ο αρχηγός μιας σχολής δημοτικιστών, που θέλει να δώσει ένα γλωσσικό υπόδειγμα στους μαθητές του.Αυτή την εντύπωση τη δίνει ο Ψυχάρης.Και στις στιγμές ακόμη της μεγαλύτερης τρυφερότητας,θαρρείς πως δείχνει με το δάχτυλο για να υπογραμμίσει:<< Αυτό έτσι πρέπει να το λέμε,εσείς δεν το λέτε σωστά!>> Στον ποιητή του Ερωτόκριτου δεν υπάρχει κανένα σημάδι αυτής της συμπεριφοράς. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο.Δίνει την εντύπωση ότι τον σηκώνει η γλώσσα και τον οδηγεί,όπως ένας κολυμπητής που κολυμπά σ” ένα ποτάμι σύμφωνα με το ρέμα.Δεν παλεύει με τη γλώσσα,όπως όλοι μας παλεύουμε από τα χρόνια του Σολωμού.Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι η φωνή του είναι η σωστή καιδεν ξεχωρίζει από τη φωνή των άλλων.Και η εντέλεια αυτής της γλώσσας φανερώνεται ακόμη πιο καθαρά με τον δεκαπεντασύλλαβο, που είναι ο στίχος που πλησίασε πιο κοντά από κάθε άλλο ρυθμό το βαθύτερο κυμάτισμα της λαλιάς μας.Ο ποιητικός λόγος μάς επιτρέπει να παρατηρούμε τη γλωσσική έκφραση σε βάθος.Δεν δείχνει μόνο το λουλούδι,δείχνει το λουλούδι μαζί με τις ρίζες.Γιατί δεν είναι απλά ένας φραστικός,είναι συνάμα και ένας κι ένας ψυχικός και σωματικός τρόπος,που μας φέρνει σύρριζα κοντά στον εαυτό μας.
ό τον Ερωτόκριτο, το κύριο πρόσωπο του έργου, το οποίο υποδηλώνει αυτόν που έχει βασανισθεί από τον έρωτα.

Για τον ίδιο τον ποιητή τίποτα δεν είναι γνωστό πέραν των όσων γράφει ο ίδιος στον Επίλογό του, όπου αναφέρει ότι γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης και έζησε αργότερα στο Κάστρο (Ηράκλειο). Δεν είναι επίσης γνωστό αν είχε οποιαδήποτε συγγένεια με τους Κορνάρους, μεγάλη οικογένεια ευγενών, Ενετικής καταγωγής.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και ικανό να εκφράσει ζωηρά τόσο ιδέες όσο και συναισθήματα. Θεωρείται καλώς κατανοητό από τους Έλληνες της εποχής ενώ ακόμη και σήμερα δεν είναι υπερβολικά δύσκολο στην ανάγνωσή του. Εκείνο πάντως που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι αν και ο Κορνάρος θεωρείται περίπου «λαϊκός» ποιητής, χωρίς να διαφαίνεται κάποια ιδιαίτερη παιδεία εκ μέρους του, τόσο το μέτρο, όσο και η ομοιοκαταληξία στον ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ είναι πραγματικά τέλειες, χωρίς παράλληλα να παραβιάζονται πουθενά οι κανόνες της γλώσσας ή ο σωστός τονισμός των λέξεων. Ταυτόχρονα, η ρίμα είναι παντού ιδιαίτερα πλούσια, με μεγάλη ποικιλία και εκφράζεται αβίαστα. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη μας και την ιδιαίτερα μεγάλη έκταση του έπους. Από αυτές τις απόψεις, το ποίημα θεωρείται εφάμιλλο των καλύτερων έργων της δημοτικής ποίησης.

Σε ότι αφορά την υπόθεση, η κριτική έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Κορνάρος δεν μιμήθηκε κάποια προγενέστερα έργα. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι δεν θα έπρεπε να είχε άμεση γνώση της αρχαίας γραμματείας, είτε της ελληνικής, είτε της λατινικής, αν εξαιρέσει κανείς ενδεχόμενες ιταλικές μεταφράσεις. Ωστόσο εικάζουμε ότι πρέπει να είχε γνώση της ιταλικής λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του τμήματός της που αποτελούσε μίμηση των παλαιότερων γαλλικών «ιπποτικών» ποιημάτων, ενώ όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχουν χωρία όπου οι εικόνες και οι ιδέες που περιγράφονται εκεί φαίνεται να προέρχονται από ιταλικά έργα. Υπάρχουν επίσης σαφείς επιρροές και περιγραφές από το ενετικό περιβάλλον της εποχής και, οπωσδήποτε, ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ είναι ένα «ρομαντικό, ερωτικό, φραγκικό έπος». Παράλληλα όμως θα συναντήσουμε πάμπολλα ελληνικά και βυζαντινά στοιχεία, ενώ υπάρχουν ομοιότητες με έργα όπως η «Ερωφίλη» και η «Θυσία του Αβραάμ»