Η δύναμη της αγάπης στον Ερωτόκριτο

Ο «Ερωτόκριτος» αποτελεί το μοναδικό έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας που ανήκει στο είδος της ερωτικής μυθιστορίας.Στον «Ερωτόκριτο» ο Έρωτας εμφανίζεται ως πανίσχυρη δύναμη «ο πόθος όντε βουληθή και θέλει να νικήση γνώση δεν ει ουδέ δύναμη να τόνε πολεμήση«,αρματωμένος με τόξο και βέλη, ξίφος ή και φωτιά, φτερωτός και γυμνός.Η εικονογραφία του έρωτα συνοδεύεται από πλήθος μεταφορών που περιγράφουν το ερωτικό συναίσθημα.Το θέμα της παντοδυναμίας του έρωτα αποτελεί ένα μοτίβο ευρύτατα διαδεδομένο στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Η υπουλότητα του έρωτα αποτελεί επίσης στερεότυπο. Στον «Ερωτόκριτο» η παραδοσιακή θεματολογία υφίσταται περίπλοκη επεξεργασία. Οι μεταμορφώσεις του θεού στο έργο του Κορνάρου παρουσιάζουν ποικιλία και πρωτοτυπία. Μια από τις χαρακτηριστικές μεταφορές που περιγράφουν τη βαθμιαία αύξηση του ερωτικού συναισθήματος είναι η εικόνα του δένδρου που ριζώνει στην καρδιά.Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιστοιχία του ονόματος Ερωτόκριτος ή Ρώκριτος με το επίθετο «ερωτοακατάκριτος» αυτός που δεν έχει κριθεί, δεν έχει βασανιστεί από τον έρωτα.

Το σιγανό, με τον καιρό, προθυμερόν εγίνη,
κι ήβαν, ο έρωτας κουρφά τα ξύλα στο καμίνι.

Αναπτύσσοντας παιγνιωδώς τον τίτλοα του έργου που αντιθέτως προς την παράδοση της ερωτικής μυθιστορίας , καταγωγικό είδος του Ερωτόκριτου, δεν συνίσταται από τα ονόματα του κεντρικού ζεύγους των εραστών όπως είθισται να συμβαίνει εν γένει σε αυτό το λογοτεχνικό είδος, αλλά και στο κύριο πρότυπό του (το μεσαιωνικό γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne) – θα μπορούσαμε ήδη ν ανιχνεύσουμε μια κυρίαρχη θεματική, τον έρωτα, και μια συνεχή περιπέτεια, την κρίση. Οι κεντρικοί ήρωες κινούνται από έρωτα και πράττουν για χάρη του, ενώ η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από αλλεπάλληλες <<κρίσεις>> , που προκαλούνται από τον περιρρέοντα κόσμο καί τον συμπαρασύρουν. Μοιάζει σάν ο έρωτας να είναι αφενός μεν η θρυαλλίδα που πυροδοτεί ψυχικά κινήματα καί μεγάλες πράξεις , αφετέρου δε ο κρίνων , κρινόμενος καί προκαλών κρίσεις.

<< Ρωτόκριτε, ίντα θέλω πλιο τη ζήση να μακραίνω;
Ποια ολπίδα πλιο μου “πόμεινε κ αι θέλω ν” ανιμένω

Με τη ζωή σου είχα ζωή και με το φως σου εθώρου.
τα πάθη μου θυμώντας σου, επέρνου σαν εμπόρου.

Τον εαυτό μου αρνήθηκα και μετά σέναν ήμου,
στο θέλημά σου ευρίσκετο θάνατος και ζωή μου.

Αρνήθηκα τα πλούτη μου, τον κύρην και τη μάνα,
ποτέ δεν εβαρέθηκα τα πάθη που μου κάνα.

Θυμώντας σου, Ρωτόκριτε, πως μου “σαι νοικοκύρης,
εγίνουσου και μάνα μου, εγίνουσου και κύρης.

Μοίρα, δε σε φοβούμαι πλιο κι ό,τι κι α θέλεις κάμε,
κι α με γυρεύγεις να με βρεις, λέγω σου πως επά “μαι.

Και θε να πάρω θάνατο κι απείτις αποθάνω,
κάμε το πλια χερότερον εις το κορμί μου απάνω.

Ρωτόκριτε, εξεψύχησες κι επόθανες στα ξένα.
ίντ” άλλο πλιο μου “πόμεινεν, ωσάν εχάσα εσένα;

Κι ας ήθελα βρεθεί κι εγώ στον τόπο του πολέμου,
να μου φωνιάξεις: «Αρετή, έλα και βούθησέ μου»,

για να σου κάμω συντροφιά, να πηαίομεν ομάδι,
τό δεν εκάμαν τα κορμιά, να κάμου οι ψες στον Άδη.>>

Όλοι αγαπούν τα ψόματα να λεν, να μας γελούσι,

και την αλήθεια άθρωπος δε θε να τη ακούση.
Κι όσο πλια η μοίρα στα ψηλά τον άθρωπο καθίζει,

τόσο και πλιότερα πονεί, όντε τόνε γκρεμίζει.
Πάντ? η γυναίκα ανερωτά και πεθυμά ν? ακούση

πως όλοι τήνε ρέγουνται κι όλοι την αγαπούσι.
Τα πράματα ο καιρός γλυκαίνει κι αλαφραίνει,

το θάνατο μηδέ γιατρός μηδέ χορτάρι γιαίνει.