Τι είπαν για τον Ερωτόκριτο

Αρετούσα και Ερωτόκριτος του Γιάννη Τσαρούχη

Ο Κορνάρος είναι λόγιος τεχνίτης, κατέχει καλά τη ζωντανεμένη αρχαία παράδοση και αγαπά να στολίζει το έργο του με αρχαίες μνήμες. Ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τη λαϊκή παράδοση και την επεξεργασία της όπως την είχαν πραγματοποιήσει οι συμπατριώτες του. Ωστόσο για το έργο του χρειάστηκαν εκατό πενήντα χρόνια για να αναγνωριστεί. Αξιοποιητής του ο Σολωμός, ο οποίος εμπνεύστηκε από αυτό, το έφερε στην επιφάνεια σε νεότερα χρόνια και το ανέδειξε. Ο Ερωτόκριτος αποτελεί άξιο ποίημα έως τα χρόνια μας, πρώτο μέσα στους θησαυρούς της εθνικής μας κληρονομιάς.

Αναγνώριση και τι είπαν για τον Ερωτόκριτo

Παρακάτω θα ακολουθούν οι απόψεις και οι κριτικές που υπόθηκαν για το έργο του Ερωτόκριτου από καταξιωμένους ανθρώπους των γραμμάτων και από κριτικούς της Λογοτεχνίας.

Η ουσιαστική αναγνώριση της αξίας του «Ερωτοκρίτου» από πλευράς λογίων έρχεται από τους καθ΄ύλην αρμόδιους: τους ποιητές. Η πρώτη, μείζων δημιουργική δικαίωση του «Ερωτοκρίτου» απαντά στο έργο του Διον. Σολωμού. Το κρητικό έργο διδάσκει και τρέφει την ποίηση των Επτανησίων μετά την εκεί εγκατάσταση των Κρητικών προσφύγων, το 1669. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο αυτοτελές κείμενο που γράφεται για τον «Ερωτόκριτο» είναι μια διάλεξη του Τερτσέτη.

Στη μεγάλη ιστορία της συνομιλίας των νεότερων ποιητών με το παλαιό έργο σταθμοί παραμένουν ο Σολωμός, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης.

Ο Παλαμάς αστράφτει και βροντά στα 1906, ζητώντας επιτέλους μια «έκδοση της προκοπής» για τον Ερωτόκριτο.

Σήμερα, το έργο αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια από τις μεγάλες δημιουργίες της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και κυκλοφορεί σε αναρίθμητες εκδόσεις.

Η πατρίδα του ποιητή, η Σητεία αποτίει τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον ποιητή Βιτσέντζο Κορνάρο και αναλαμβάνει το ανεξόφλητο προς αυτόν χρέος.

Πηγή : Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τον Βιτσέντζο Κορνάρο

Αγαπημένο αντρόγυνο σαν τούτο δεν εφάνη

μηδ” τέτοιο καλορίζικο, χαιρόμενο στεφάνι.

Ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμασε τον ποιητή του Ερωτόκριτου «Όμηρο της δημώδους ποιήσεως», ενώ από τη μελέτη του επηρεάστηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος ΣολωμόςΓιώργος Σεφέρης στο γνωστό του δοκίμιο για τον Ερωτόκριτο σημειώνει τις αρετές του έργου: «έλλειψη ρητορείας, περιγραφή της λεπτομέρειας, κυριαρχία στη γλώσσα και τον ρυθμό της».

Ο Π. Κοδρικάς χαρακτήρισε τη γλώσσα του Ερωτόκριτου δυσειδής. Δηλαδή οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν τη σπουδαιότητα της. Ο Ε. Κριαράς κατά τη γνώμη του ο Κορνάρος μπορούσε να αντλεί από οπουδήποτε την υπόθεση του έργου του και τα λεπτομερειακά του στοιχεία, αλλά στη βαθύτερή του έμπνευση αντλούσε από τη γνήσια ελληνική ψυχή του, τη θρεμμένη με την άδολη λαϊκή παράδοση του νησιού του, που ήταν μια παράδοση απόλυτα ελληνική, γνήσια βυζαντινή.Ο Λ. Πολίτης θεωρεί ότι η υπόθεση του Ερωτόκριτου μας γοητεύει και η περιγραφή του είναι ακριβής. Επίσης, χαρακτήρισε τον ποιητή ένα λαμπρό αφηγητή και τεχνίτη του λόγου.Δεν έλειψαν βέβαια και οι αρνητικές εκτιμήσεις του έργου. Αρκετοί λόγιοι του 18ου αι. το θεωρούσαν κατώτερο ανάγνωσμα λόγω της λαϊκής γλώσσας και μάλιστα ο Διονύσιος Φωτεινός είχε διασκευάσει το έργο σε μια λόγια, «ανώτερη» όπως πίστευε, γλωσσική μορφή. Ο Κάλβος επέκρινε το έργο ως μονότονο και ο Ιάκωβος Πολυλάς το απέρριπτε εξαιτίας της ιδιωματικής γλώσσας.

 Και των αρμάτω οι ταραχές, οχθρίτες και τα βάρη,

του έρωτα οι μπορεσές και τση φιλιάς η χάρη.

Έγραψαν γι” αυτόν

«Ο Κορνάρος είναι λόγιος τεχνίτης. Κατέχει καλά τη ζωντανεμένη αρχαία παράδοση κι αγαπά να στολίζει το έργο του με αρχαίες μνήμες. Παρόμοια εκμεταλλεύεται την λαϊκή παράδοση και την επεξεργασία της, όπως την είχαν πραγματοποιήσει οι συμπατριώτες του. Το όριο που έφτασε είναι γεμάτο απροσμέτρητες υποσχέσεις που ήρθε να τις κόψει απότομα το πάρσιμο της Κρήτης στα 1669. Μα αν χρειάστηκαν 150 χρόνια ώσπου να έρθει η ώρα, σκύβοντας προσεκτικά μπροστά στο σεβάσμιο κείμενο, να του πάρει το μυστικό του ο Σολωμός και να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του, ο λαός δεν περίμενε. Αναγνώρισε μέσα στον Ερωτόκριτο αξιοποιημένο τον ίδιο τον εαυτό του, κι έβαλε το άξιο ποίημα, ως τα χρόνια μας, πρώτο μέσα στους θησαυρούς της εθνικής κληρονομιάς. Έτσι κάτω από τον ψυχρό φαναριώτικο αιώνα, που τόσο μας απασχολεί αργότερα, θα ξέρουμε πως σφύζει ζεστό το αίμα του ελληνισμού με τον παλμό του Ερωτόκριτου. Η Κρήτη, γέρνοντας στα 1669, δίνει αναμμένο τον δαυλό της στα Επτάνησα πρώτα, σ” όλη την σκλάβα Ελλάδα κατόπι.Δημαρά Κ.Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας. Ίκαρος, Δ΄ Έκδοση, [Αθήνα] 1968, σ. 85.

«Αυτός ο λεπταίσθητος καλλιτέχνης, ακολουθώντας φαινομενικά την ταπεινή απαγγελία των ποιητάρηδων, ανυψώνει σε επίπεδο τέχνης την πνευματική κληρονομιά του ελληνικού λαού, αξιοποιώντας και επιβάλλοντας στη λόγια δημιουργία τα έμφυτα στον λαό εκφραστικά μέσα. Ο τρόπος που ο Κορνάρος κατακτάει αυτόν τον κόσμο, ο οποίος προϋποθέτει ιδιοσυγκρασία κλασικού, η γαλήνη που πετυχαίνει με έναν αδιάπτωτο έλεγχο του αφηγηματικού λόγου και του τόνου, η ειρωνεία αυτή καθ” εαυτή, θυμίζουν περισσότερο την ξέγνοιαστη αίσθηση ζωής του Ariosto, παρά τα βάσανα και τις τύψεις του Tasso. Γράφοντας με απόλυτη επίγνωση των πράξεών του και διαλέγοντας ένα δρόμο απατηλά εύκολο, με γλωσσικό όργανο παρθενικά βαπτισμένο στο κριτικό ιδίωμα, ο Κορνάρος εξασφάλισε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα αριστούργημα αντιπροσωπευτικό σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.Vitti Mario, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1992, σ. 117.

«Ο Ερωτόκριτος είναι έργο κλασικό της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Κορνάρος, φύση λυρική και αφηγηματική, κι όχι δραματική, μας χάρισε το ωραιότερο λυρικό αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε στη γλώσσα μας. Η αφηγηματική του άνεση συμβαδίζει με μιαν απόλυτη γλωσσική και εκφραστική σιγουριά. Ο Κορνάρος αποφεύγει συστηματικά τα «λόγια» στοιχεία και πολλές ξένες λέξεις απ” όσες ήταν σε χρήση στον προφορικό λόγο. Όμως η γλώσσα του δε συμπίπτει απόλυτα με τη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού. Εκτός από τη γλώσσα, και ο δεκαπεντασύλλαβος του ποιήματος μόνο φαινομενικά συμπίπτει με το δημοτικό μας στίχο. Η μεγάλη συχνότητα των συνιζήσεων, εξ άλλου, που χαρακτηρίζουν την έντεχνη ποίηση, αποτελούν και τη βασική διαφορά τους.Μαυρομάτη Γ.Κ., «Ερωτόκριτος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Larousse, Britannica, Τόμος 20, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 20Έγραψαν γι” αυτόν07, σ. 650.

«Σ” εμένα ελάχιστες αμφιβολίες απομένουν ότι ποιητής του Ερωτόκριτου είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου. Και θέλω να πω ότι δεν θίγεται καθόλου η εθνική μου φιλοτιμία από την αποκάλυψη ότι ο ευγενικός ποιητής ενός από τα ωραιότερα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα ήταν βενετικής καταγωγής και καθολικός. Ίσα ίσα η περίπτωσή του πρέπει να μας βάζει σε σκέψεις. Το έντονο ελληνικό αίσθημα που αποπνέουν οι στίχοι του Βιτσέντζου Κορνάρου δείχνει σε ποια έκταση η Cretacapta μπόρεσε να αποτυπώσει την επίδρασή της στις καρδιές των απογόνων των κατακτητών της, και να μεταβάλει τόσο ριζικά τον ψυχισμό τους. Και κατά τη γνώμη μου, η διαπίστωση αυτή αποτελεί μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη αφορμή εθνικής υπερηφάνειας.»Παναγιωτάκη Ν., Ο ποιητής του «Ερωτόκριτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης

O ποιητής που πραγματοποίησε με τρόπο γενναίο και άπλετο την ανάσταση ενός αλλοτινού παραμυθένιου κόσμου, όπου ο έρωτας και η φιλία δεν είχαν χάσει τις «μπορεσές» τους, είναι ο Κορνάρος. Με τον Ερωτόκριτο έχουμε ένα από τα αριστουργήματα του 17ου αιώνα, όχι μόνο στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά πλατύτερα στο χώρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μία τέτοιο τελειότητα οφείλεται κοντά σε άλλες αρετές, όχι κοινές, και στο ότι ο Κορνάρος επέτυχε με απόλυτη συνέπεια να αποθήσει την απαίσια πραγματικότητα που τον περικύκλωνε και τον έσφιγγε από παντού. Όσο περισσότερο πονούσε με τη θέα του πραγματικού κόσμου, τόσο μοχθούσε να αγνοήσει ή να τον αποκρύψει και να τον μεταμφιέσει. Αυτό ήταν το ύστατο «κόμπωμά» του, και επέμενε συστηματικά και με συνέπεια να μείνει μέσα.

Σε αυτή τη βιαστική επισκόπηση που κάνω δίχως να σταματώ σε λεπτομέρειες, επιθυμώ να θίξω και ένα άλλο θέμα που προκαλεί την απορία των μελετητών: πως ο λογοτέχνης τησ Κρήτης, μολονότι ξεκινά από ξένα πρότυπα, δίνει μια χροιά τόσο ελληνική, τόσο αδιάψευστα λαϊκά ελληνική, με μοιρολόγια λόγου χάρη, με μια δημοτική οικονομία στο διάλογο και, φυσικά, μέσα από την ιδιωματικά χρωματισμένη γλώσσα;

Μαrio Vitti, «Γραφείο με θέα»